Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μελέτη πρωτοτύπου

Μορφοσυντακτική αναζήτηση

Ψάξε στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης με γραμματικά κριτήρια - π.χ. «όλοι οι αόριστοι παθητικής στις επιστολές του Παύλου». Δείχνει το ίδιο το κείμενο και την ανάλυσή του.

Για ρήματα
Για ονόματα / άρθρα / μετοχές
Καθαρισμός

861 εμφανίσεις

ρήμα, προστακτική - Τα Ευαγγέλια

Ματθαίος 290Λουκάς 290Μάρκος 152Ιωάννης 129

Εμφανίζονται οι πρώτες 200 από 861.

  • ἐξετάσατεΜατθαίος 2:8

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐξετάζω

  • ἀπαγγείλατέΜατθαίος 2:8

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀπαγγέλλω

  • παράλαβεΜατθαίος 2:13

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: παραλαμβάνω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: φεύγω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: εἰμί

  • παράλαβεΜατθαίος 2:20

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: παραλαμβάνω

  • πορεύουΜατθαίος 2:20

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: πορεύω

  • μετανοεῖτε·Ματθαίος 3:2

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μετανοέω

  • ἑτοιμάσατεΜατθαίος 3:3

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἑτοιμάζω

  • ποιεῖτεΜατθαίος 3:3

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • ποιήσατεΜατθαίος 3:8

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔπω, ἐρῶ, εἶπον

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • μετανοεῖτε·Ματθαίος 4:17

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μετανοέω

  • χαίρετεΜατθαίος 5:12

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: χαίρω

  • ἀγαλλιᾶσθε,Ματθαίος 5:12

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀγαλλιάω

  • λαμψάτωΜατθαίος 5:16

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: λάμπω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • διαλλάγηθιΜατθαίος 5:24

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), παθητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: διαλλάσσω

  • πρόσφερεΜατθαίος 5:24

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: προσφέρω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: εἰμί

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐξαιρέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ἔκκοψονΜατθαίος 5:30

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐκκόπτω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: εἰμί

  • στρέψονΜατθαίος 5:39

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: στρέφω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ἀγαπᾶτεΜατθαίος 5:44

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀγαπάω

  • εὐλογεῖτεΜατθαίος 5:44

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: εὐλογέω

  • ποιεῖτεΜατθαίος 5:44

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • προσεύχεσθεΜατθαίος 5:44

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσεύχομαι

  • ΠροσέχετεΜατθαίος 6:1

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσέχω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γινώσκω

  • εἴσελθεΜατθαίος 6:6

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: εἰσέρχομαι

  • πρόσευξαιΜατθαίος 6:6

    ρήμα · αόριστος, αποθετική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: προσεύχομαι

  • προσεύχεσθεΜατθαίος 6:9

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσεύχομαι

  • ἁγιασθήτωΜατθαίος 6:9

    ρήμα · αόριστος, παθητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἁγιάζω

  • ἐλθέτωΜατθαίος 6:10

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔρχομαι

  • γενηθήτωΜατθαίος 6:10

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · αόριστος, αποθετική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ῥύομαι

  • γίνεσθεΜατθαίος 6:16

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ἄλειψαίΜατθαίος 6:17

    ρήμα · αόριστος, μέση, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀλείφω

  • ρήμα · αόριστος, μέση, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: νίπτω

  • θησαυρίζετεΜατθαίος 6:19

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: θησαυρίζω

  • θησαυρίζετεΜατθαίος 6:20

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: θησαυρίζω

  • μεριμνᾶτεΜατθαίος 6:25

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μεριμνάω

  • ἐμβλέψατεΜατθαίος 6:26

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐμβλέπω

  • καταμάθετεΜατθαίος 6:28

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: καταμανθάνω

  • ζητεῖτεΜατθαίος 6:33

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ζητέω

  • κρίνετεΜατθαίος 7:1

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: κρίνω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐκβάλλω

  • Αἰτεῖτε,Ματθαίος 7:7

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: αἰτέω

  • ζητεῖτε,Ματθαίος 7:7

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ζητέω

  • κρούετε,Ματθαίος 7:7

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: κρούω

  • ποιεῖτεΜατθαίος 7:12

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • ΕἰσέλθατεΜατθαίος 7:13

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: εἰσέρχομαι

  • ΠροσέχετεΜατθαίος 7:15

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσέχω

  • ἀποχωρεῖτεΜατθαίος 7:23

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀποχωρέω

  • καθαρίσθητι.Ματθαίος 8:3

    ρήμα · αόριστος, παθητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: καθαρίζω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὁράω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δεικνύω

  • προσένεγκονΜατθαίος 8:4

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: προσφέρω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔπω, ἐρῶ, εἶπον

  • πορεύθητι,Ματθαίος 8:9

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: πορεύω

  • ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔρχομαι

  • ποίησονΜατθαίος 8:9

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ποιέω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • γενηθήτωΜατθαίος 8:13

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ἐπίτρεψόνΜατθαίος 8:21

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐπιτρέπω

  • ἀκολούθειΜατθαίος 8:22

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκολουθέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: σῴζω

  • ἐπίτρεψονΜατθαίος 8:31

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐπιτρέπω

  • ἀπόστειλονΜατθαίος 8:31

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀποστέλλω

  • ὑπάγετε.Ματθαίος 8:32

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: θαρσέω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐγείρω

  • περιπάτει;Ματθαίος 9:5

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: περιπατέω

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: αἴρω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ἀκολούθειΜατθαίος 9:9

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκολουθέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μανθάνω

  • ἐπίθεςΜατθαίος 9:18

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐπιτίθημι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: θαρσέω

  • ἀναχωρεῖτε,Ματθαίος 9:24

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀναχωρέω

  • ἐλέησονΜατθαίος 9:27

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐλεέω, ἐλεάω

  • γενηθήτωΜατθαίος 9:29

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὁράω

  • γινωσκέτω.Ματθαίος 9:30

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γινώσκω

  • δεήθητεΜατθαίος 9:38

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: δέομαι

  • πορεύεσθεΜατθαίος 10:6

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: πορεύω

  • κηρύσσετεΜατθαίος 10:7

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: κηρύσσω

  • θεραπεύετε,Ματθαίος 10:8

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: θεραπεύω

  • ἐγείρετε,Ματθαίος 10:8

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐγείρω

  • καθαρίζετε,Ματθαίος 10:8

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: καθαρίζω

  • ἐκβάλλετε·Ματθαίος 10:8

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐκβάλλω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ἐξετάσατεΜατθαίος 10:11

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐξετάζω

  • μείνατεΜατθαίος 10:11

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μένω

  • ἀσπάσασθεΜατθαίος 10:12

    ρήμα · αόριστος, αποθετική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀσπάζομαι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔρχομαι

  • ἐπιστραφήτω.Ματθαίος 10:13

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), παθητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐπιστρέφω

  • ἐκτινάξατεΜατθαίος 10:14

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐκτινάσσω

  • γίνεσθεΜατθαίος 10:16

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ΠροσέχετεΜατθαίος 10:17

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσέχω

  • φεύγετεΜατθαίος 10:23

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φεύγω

  • φοβηθῆτεΜατθαίος 10:26

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἔπω, ἐρῶ, εἶπον

  • κηρύξατεΜατθαίος 10:27

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: κηρύσσω

  • φοβεῖσθεΜατθαίος 10:28

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • φοβεῖσθεΜατθαίος 10:28

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • φοβεῖσθε·Ματθαίος 10:31

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • ἀπαγγείλατεΜατθαίος 11:4

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀπαγγέλλω

  • ἀκουέτω.¶Ματθαίος 11:15

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκούω

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: αἴρω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: μανθάνω

  • ἔκτεινόνΜατθαίος 12:13

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐκτείνω

  • ποιήσατεΜατθαίος 12:33

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • ποιήσατεΜατθαίος 12:33

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ποιέω

  • ἀκουέτω.¶Ματθαίος 13:9

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκούω

  • ἀκούσατεΜατθαίος 13:18

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀκούω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • συλλέξατεΜατθαίος 13:30

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: συλλέγω

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: δέω

  • συναγάγετεΜατθαίος 13:30

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: συνάγω

  • διασάφησονΜατθαίος 13:36

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: διασαφέω

  • ἀκουέτω.¶Ματθαίος 13:43

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκούω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ἀπόλυσονΜατθαίος 14:15

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀπολύω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φέρω

  • θαρσεῖτε·Ματθαίος 14:27

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: θαρσέω

  • φοβεῖσθε.¶Ματθαίος 14:27

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • κέλευσόνΜατθαίος 14:28

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: κελεύω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔρχομαι

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: σῴζω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: τιμάω

  • τελευτάτω.Ματθαίος 15:4

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: τελευτάω

  • ἀκούετεΜατθαίος 15:10

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀκούω

  • συνίετε·Ματθαίος 15:10

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: συνίημι

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: φράζω

  • ἐλέησόνΜατθαίος 15:22

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐλεέω, ἐλεάω

  • ἀπόλυσονΜατθαίος 15:23

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀπολύω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βοηθέω

  • γενηθήτωΜατθαίος 15:28

    ρήμα · αόριστος, αποθετική (μέση), προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: γίνομαι

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὁράω

  • προσέχετεΜατθαίος 16:6

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσέχω

  • προσέχετεΜατθαίος 16:11

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: προσέχω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ἀπαρνησάσθωΜατθαίος 16:24

    ρήμα · αόριστος, αποθετική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀπαρνέομαι

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: αἴρω

  • ἀκολουθείτωΜατθαίος 16:24

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκολουθέω

  • ἀκούετεΜατθαίος 17:5

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀκούω

  • ἐγέρθητεΜατθαίος 17:7

    ρήμα · αόριστος, παθητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἐγείρω

  • φοβεῖσθε.Ματθαίος 17:7

    ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φοβέω

  • ἐλέησόνΜατθαίος 17:15

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐλεέω, ἐλεάω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: φέρω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: μεταβαίνω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: αἴρω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ἔκκοψονΜατθαίος 18:8

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐκκόπτω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐξαιρέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: βάλλω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὁράω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ἔλεγξονΜατθαίος 18:15

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἐλέγχω

  • παράλαβεΜατθαίος 18:16

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: παραλαμβάνω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἔπω, ἐρῶ, εἶπον

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: εἰμί

  • μακροθύμησονΜατθαίος 18:26

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: μακροθυμέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀποδίδωμι

  • μακροθύμησονΜατθαίος 18:29

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: μακροθυμέω

  • χωριζέτω.¶Ματθαίος 19:6

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: χωρίζω

  • χωρείτω.¶Ματθαίος 19:12

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, γ΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: χωρέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ἀφίημι

  • κωλύετεΜατθαίος 19:14

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: κωλύω

  • τήρησονΜατθαίος 19:17

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: τηρέω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: τιμάω

  • ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • πώλησόνΜατθαίος 19:21

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: πωλέω

  • ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: δίδωμι

  • ἀκολούθειΜατθαίος 19:21

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀκολουθέω

  • ὑπάγετεΜατθαίος 20:4

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • ὑπάγετεΜατθαίος 20:7

    ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, πληθυντικός

    λήμμα: ὑπάγω

  • κάλεσονΜατθαίος 20:8

    ρήμα · αόριστος, ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: καλέω

  • ἀπόδοςΜατθαίος 20:8

    ρήμα · αόριστος (β΄ τύπος), ενεργητική, προστακτική, β΄ πρόσωπο, ενικός

    λήμμα: ἀποδίδωμι

Πηγή: STEPBible TAGNT (CC BY 4.0) - 141.720 λέξεις της Καινής Διαθήκης. Καθαρά γλωσσικό εργαλείο, όχι ερμηνεία.