Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Μελέτη λέξης · πρωτότυπο (ελληνικά)

δέω

Strong's G1210

Δήσαντες · δεμένο · δέστε · έχει δέσει · αφού τον έδεσαν · έχοντας δέσει.

44
εμφανίσεις
41
εδάφια
10
βιβλία

Κατανομή ανά βιβλίο

Εμφανίσεις

Πηγή πρωτότυπου: STEPBible TAGNT - CC BY 4.0, Tyndale House.