Μελέτη λέξης · πρωτότυπο (ελληνικά)
βοηθέω
Strong's G0997
βοήθα · βοηθήστε
8
εμφανίσεις
8
εδάφια
6
βιβλία
Κατανομή ανά βιβλίο
Εμφανίσεις
- Ματθαίος 15:25βοήθει
«Η δε ελθούσα προσεκύνει αυτόν, λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι.»
- Μάρκος 9:22βοήθησον
«Και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έρριψε και εις ύδατα, διά να απολέση αυτόν· αλλ' εάν δύνασαί τι, βοήθησον ημάς, σπλαγχνισθείς εφ' ημάς.»
- Μάρκος 9:24βοήθει
«Και ευθύς κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων, έλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει εις την απιστίαν μου.»
- Πράξεις 16:9βοήθησον
«Και όραμα εφάνη διά νυκτός εις τον Παύλον. Ανήρ τις Μακεδών ίστατο, παρακαλών αυτόν και λέγων· Διάβα εις Μακεδονίαν και βοήθησον ημάς.»
- Πράξεις 21:28βοηθεῖτε.
«κράζοντες· Άνδρες Ισραηλίται, βοηθείτε· ούτος είναι ο άνθρωπος, όστις διδάσκει πάντας πανταχού εναντίον του λαού και του νόμου και του τόπου τούτου· προς τούτοις δε εισήγαγε και Έλληνας εις το ιερόν και εβεβήλωσε τον άγιον τούτον τόπον·»
- Β' Κορινθίους 6:2ἐβοήθησά
«διότι λέγει· Εν καιρώ δεκτώ επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας σε εβοήθησα· ιδού, τώρα καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού, τώρα ημέρα σωτηρίας·»
- Εβραίους 2:18βοηθῆσαι.¶
«Επειδή καθ' ότι αυτός έπαθε πειρασθείς, δύναται να βοηθήση τους πειραζομένους.»
- Αποκάλυψη 12:16ἐβοήθησεν
«Και εβοήθησεν την γυναίκα και ήνοιξεν η γη, το στόμα αυτής και κατέπιε τον ποταμόν, τον οποίον έρριψεν ο δράκων εκ του στόματος αυτού.»
Πηγή πρωτότυπου: STEPBible TAGNT - CC BY 4.0, Tyndale House.
