Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Επόμενο κεφάλαιοΓένεση 2
Μαργαρίτης
Παραδοσιακό

Στην αρχή έκανε ο Θεός τον ουρανό και τη γη.

Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην.

Η δε γη ήταν άμορφη και έρημη· και σκότος επί του προσώπου της αβύσσου. Και Πνεύμα Θεού φερόταν επί της επιφάνειας των υδάτων.

Η δε γη ήτο άμορφος και έρημος· και σκότος επί του προσώπου της αβύσσου. Και πνεύμα Θεού εφέρετο επί της επιφανείας των υδάτων.

Και είπε ο Θεός: «Ας γίνει φως»· και έγινε φως·

Και είπεν ο Θεός, Γενηθήτω φώς· και έγεινε φώς·

και είδε ο Θεός το φως ότι ήταν καλό· και διαχώρισε ο Θεός το φως από το σκότος·

και είδεν ο Θεός το φως ότι ήτο καλόν· και διεχώρισεν ο Θεός το φως από του σκότους·

Και ονόμασε ο Θεός το φως Ημέρα· το δε σκότος ονόμασε Νύχτα. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.

και εκάλεσεν ο Θεός το φως, Ημέραν· το δε σκότος εκάλεσε, Νύκτα. Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα πρώτη.

Και είπε ο Θεός, Ας γίνει στερέωμα ανάμεσα στα ύδατα, και ας διαχωρίζει ύδατα από ύδατα.

Και είπεν ο Θεός, Γενηθήτω στερέωμα αναμέσον των υδάτων, και ας διαχωρίζη ύδατα από υδάτων.

Και έκανε ο Θεός το στερέωμα, και διαχώρισε τα ύδατα τα υποκάτω από το στερέωμα από τα ύδατα τα επάνω από το στερέωμα. Και έγινε έτσι.

Και εποίησεν ο Θεός το στερέωμα, και διεχώρισε τα ύδατα τα υποκάτωθεν του στερεώματος από των υδάτων των επάνωθεν του στερεώματος. Και έγεινεν ούτω.

Και κάλεσε ο Θεός το στερέωμα Ουρανό. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα δεύτερη.

Και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα, Ουρανόν. Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα δευτέρα.

Και είπε ο Θεός: «Ας συναχθούν τα ύδατα τα υποκάτω του ουρανού σε έναν τόπο, και ας φανεί η ξηρά». Και έγινε έτσι.

Και είπεν ο Θεός, Ας συναχθώσι τα ύδατα τα υποκάτω του ουρανού εις τόπον ένα, και ας φανή η ξηρά. Και έγεινεν ούτω.

δεν έχει εκσυγχρονιστεί ακόμη

Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν, γήν· και το σύναγμα των υδάτων εκάλεσε, Θαλάσσας· και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν.

Και είπε ο Θεός: «Ας βλαστήσει η γη χλωρό χόρτο, χόρτο που κάνει σπόρο, και δέντρο καρποφόρο που κάνει καρπό κατά το είδος του, του οποίου το σπέρμα να είναι μέσα του πάνω στη γη». Και έγινε έτσι.

Και είπεν ο Θεός, Ας βλαστήση η γη χλωρόν χόρτον, χόρτον κάμνοντα σπόρον, και δένδρον κάρπιμον κάμνον καρπόν κατά το είδος αυτού, του οποίου το σπέρμα να ήναι εν αυτώ επί της γης. Και έγεινεν ούτω.

δεν έχει εκσυγχρονιστεί ακόμη

Και εβλάστησεν η γη χλωρόν χόρτον, χόρτον κάμνοντα σπόρον κατά το είδος αυτού, και δένδρον κάμνον καρπόν, του οποίου το σπέρμα είναι εν αυτώ κατά το είδος αυτού· και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν.

Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα τρίτη.

Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα τρίτη.

Και είπε ο Θεός: Ας γίνουν φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού, για να διαχωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα· και ας είναι για σημεία και καιρούς και ημέρες και χρόνια·

Και είπεν ο Θεός, Ας γείνωσι φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού, διά να διαχωρίζωσι την ημέραν από της νυκτός· και ας ήναι διά σημεία και καιρούς και ημέρας και ενιαυτούς·

και ας είναι για φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού, για να φέγγουν πάνω στη γη. Και έγινε έτσι.

και ας ήναι διά φωστήρας εν τω στερεώματι του ουρανού, διά να φέγγωσιν επί της γης. Και έγεινεν ούτω.

Και έκανε ο Θεός τους δύο φωστήρες τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μεγάλο για να εξουσιάζει την ημέρα, και τον φωστήρα τον μικρό για να εξουσιάζει τη νύχτα· και τους αστέρες·

Και έκαμεν ο Θεός τους δύο φωστήρας τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγαν διά να εξουσιάζη επί της ημέρας, και τον φωστήρα τον μικρόν διά να εξουσιάζη επί της νυκτός· και τους αστέρας·

δεν έχει εκσυγχρονιστεί ακόμη

και έθεσεν αυτούς ο Θεός εν τω στερεώματι του ουρανού, διά να φέγγωσιν επί της γης,

δεν έχει εκσυγχρονιστεί ακόμη

και να εξουσιάζωσιν επί της ημέρας και επί της νυκτός και να διαχωρίζωσι το φως από του σκότους. Και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν.

Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα τέταρτη.

Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα τετάρτη.

Και είπε ο Θεός: «Ας γεννήσουν τα νερά σε αφθονία έμψυχα που κολυμπούν, και πετεινά ας πετούν πάνω από τη γη, κατά το στερέωμα του ουρανού.»

Και είπεν ο Θεός, Ας γεννήσωσι τα ύδατα εν αφθονία νηκτά έμψυχα και πετεινά ας πέτωνται επάνωθεν της γης κατά το στερέωμα του ουρανού.

Και δημιούργησε ο Θεός τα μεγάλα κήτη και κάθε έμψυχο που κινείται, τα οποία γέννησαν σε αφθονία τα ύδατα κατά το είδος τους, και κάθε πετούμενο φτερωτό κατά το είδος του. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό.

Και εποίησεν ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και παν έμψυχον κινούμενον, τα οποία εγέννησαν εν αφθονία τα ύδατα κατά το είδος αυτών, και παν πετεινόν πτερωτόν κατά το είδος αυτού. Και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν.

Και τα ευλόγησε ο Θεός, λέγοντας: Αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τα νερά μέσα στις θάλασσες· και τα πετεινά ας πληθαίνουν πάνω στη γη.

Και ευλόγησεν αυτά ο Θεός, λέγων, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε τα ύδατα εν ταις θαλάσσαις· και τα πετεινά ας πληθύνωνται επί της γης.

δεν έχει εκσυγχρονιστεί ακόμη

Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα πέμπτη.

Και είπε ο Θεός: Ας γεννήσει η γη ζώα έμψυχα κατά το είδος τους, κτήνη και ερπετά και ζώα της γης κατά το είδος τους· και έγινε έτσι.

Και είπεν ο Θεός, Ας γεννήση η γη ζώα έμψυχα κατά το είδος αυτών, κτήνη και ερπετά και ζώα της γης κατά το είδος αυτών· και έγεινεν ούτω.

Και έκανε ο Θεός τα ζώα της γης κατά το είδος τους, και τα κτήνη κατά το είδος τους, και κάθε ερπετό της γης κατά το είδος του. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό.

Και έκαμεν ο Θεός τα ζώα της γης κατά το είδος αυτών, και τα κτήνη κατά το είδος αυτών, και παν ερπετόν της γης κατά το είδος αυτού. Και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν.

Και είπε ο Θεός: Ας κάνουμε άνθρωπο κατά την εικόνα μας, καθ' ομοίωσή μας· και ας εξουσιάζει πάνω στα ψάρια της θάλασσας και πάνω στα πετεινά του ουρανού και πάνω στα κτήνη και πάνω σε όλη τη γη και πάνω σε κάθε ερπετό, που έρπει πάνω στη γη.

Και είπεν ο Θεός, Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημών, καθ' ομοίωσιν ημών· και ας εξουσιάζη επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί των κτηνών και επί πάσης της γης και επί παντός ερπετού, έρποντος επί της γης.

Και έκανε ο Θεός τον άνθρωπο κατ' εικόνα του· κατ' εικόνα Θεού τον έκανε· άρσενικό και θηλυκό τους έκανε·

Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ' εικόνα εαυτού· κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν· άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς·

Και τους ευλόγησε ο Θεός· και τους είπε ο Θεός: «Αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη και κυριεύστε την, και εξουσιάζετε πάνω στα ψάρια της θάλασσας και πάνω στα πετεινά του ουρανού και πάνω σε κάθε ζώο που κινείται πάνω στη γη.»

και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός· και είπε προς αυτούς ο Θεός, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης.

Και είπε ο Θεός, Ιδού, σας έδωσα κάθε χόρτο που κάνει σπόρο, το οποίο είναι πάνω στο πρόσωπο όλης της γης, και κάθε δέντρο, το οποίο έχει μέσα του καρπό δέντρου που κάνει σπόρο· αυτά θα είναι σε εσάς για τροφή·

Και είπεν ο Θεός, Ιδού, σας έδωκα πάντα χόρτον κάμνοντα σπόρον, όστις είναι επί του προσώπου πάσης της γης, και παν δένδρον, το οποίον έχει εν εαυτώ καρπόν δένδρου κάμνοντος σπόρον· ταύτα θέλουσιν είσθαι εις εσάς προς τροφήν·

και σε όλα τα ζώα της γης και σε όλα τα πετεινά του ουρανού και σε κάθε ερπετό που έρπει πάνω στη γη και έχει μέσα του ζωντανή ψυχή, έδωσα κάθε χλωρό χόρτο για τροφή. Και έγινε έτσι.

και εις πάντα τα ζώα της γης και εις πάντα τα πετεινά του ουρανού και εις παν ερπετόν έρπον επί της γης και έχον εν εαυτώ ψυχήν ζώσαν, έδωκα πάντα χλωρόν χόρτον εις τροφήν. Και έγεινεν ούτω.

Και είδε ο Θεός όλα όσα έκανε· και ιδού, ήταν πολύ καλά. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα έκτη.

Και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε· και ιδού, ήσαν καλά λίαν. Και έγεινεν εσπέρα και έγεινε πρωΐ, ημέρα έκτη.