Μελέτη πρωτοτύπου
Μορφοσυντακτική αναζήτηση
Ψάξε στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης με γραμματικά κριτήρια - π.χ. «όλοι οι αόριστοι παθητικής στις επιστολές του Παύλου». Δείχνει το ίδιο το κείμενο και την ανάλυσή του.
3.752 εμφανίσεις
ρήμα, ενεστώτας, μετοχή - Όλη η Καινή Διαθήκη
Εμφανίζονται οι πρώτες 200 από 3.752.
- λεγόμενοςΜατθαίος 1:16
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ἔχουσαΜατθαίος 1:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: ἔχω
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: εἰμί
- θέλωνΜατθαίος 1:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θέλω
- λέγων·Ματθαίος 1:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντος·Ματθαίος 1:22
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- μεθερμηνευόμενον·Ματθαίος 1:23
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: μεθερμηνεύω
- λέγοντες·Ματθαίος 2:2
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ἡγούμενοςΜατθαίος 2:6
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἡγέομαι
- φαινομένουΜατθαίος 2:7
ρήμα · ενεστώτας, μέση/παθητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: φαίνω
- λέγων·Ματθαίος 2:13
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντος·Ματθαίος 2:15
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντος·Ματθαίος 2:17
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- κλαίουσαΜατθαίος 2:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: κλαίω
- λέγων·Ματθαίος 2:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ζητοῦντεςΜατθαίος 2:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ζητέω
- λεγομένηνΜατθαίος 2:23
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: λέγω
- κηρύσσωνΜατθαίος 3:1
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κηρύσσω
- λέγων·Ματθαίος 3:2
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντος·Ματθαίος 3:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- βοῶντοςΜατθαίος 3:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βοάω
- ἐξομολογούμενοιΜατθαίος 3:6
ρήμα · ενεστώτας, μέση, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐξομολογέομαι
- ἐρχομένουςΜατθαίος 3:7
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἔρχομαι
- μελλούσηςΜατθαίος 3:7
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: μέλλω
- ποιοῦνΜατθαίος 3:10
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ποιέω
- ἐρχόμενοςΜατθαίος 3:11
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔρχομαι
- λέγων·Ματθαίος 3:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- πρέπονΜατθαίος 3:15
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: πρέπω
- καταβαῖνονΜατθαίος 3:16
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: καταβαίνω
- ἐρχόμενονΜατθαίος 3:16
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ἔρχομαι
- λέγουσα·Ματθαίος 3:17
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: λέγω
- πειράζωνΜατθαίος 4:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: πειράζω
- ἐκπορευομένῳΜατθαίος 4:4
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, δοτική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ἐκπορεύω
- λέγοντος·Ματθαίος 4:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- καθήμενοςΜατθαίος 4:16
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κάθημαι
- καθημένοιςΜατθαίος 4:16
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, δοτική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: κάθημαι
- ΠεριπατῶνΜατθαίος 4:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: περιπατέω
- λεγόμενονΜατθαίος 4:18
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- βάλλονταςΜατθαίος 4:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: βάλλω
- καταρτίζονταςΜατθαίος 4:21
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: καταρτίζω
- διδάσκωνΜατθαίος 4:23
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: διδάσκω
- κηρύσσωνΜατθαίος 4:23
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κηρύσσω
- θεραπεύωνΜατθαίος 4:23
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θεραπεύω
- ἔχοντας,Ματθαίος 4:24
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- συνεχομένους,Ματθαίος 4:24
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: συνέχω
- δαιμονιζομένουςΜατθαίος 4:24
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
- σεληνιαζομένουςΜατθαίος 4:24
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: σεληνιάζομαι
- λέγων·¶Ματθαίος 5:2
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- πενθοῦντες,Ματθαίος 5:4
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: πενθέω
- πεινῶντεςΜατθαίος 5:6
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: πεινάω
- διψῶντεςΜατθαίος 5:6
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: διψάω
- ψευδόμενοιΜατθαίος 5:11
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ψεύδομαι
- κειμένη·Ματθαίος 5:14
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: κεῖμαι
- ὀργιζόμενοςΜατθαίος 5:22
ρήμα · ενεστώτας, μέση, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ὀργίζω
- εὐνοῶνΜατθαίος 5:25
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: εὐνοέω
- βλέπωνΜατθαίος 5:28
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- ἀπολύωνΜατθαίος 5:32
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀπολύω
- θέλοντίΜατθαίος 5:40
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θέλω
- αἰτοῦντίΜατθαίος 5:42
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: αἰτέω
- θέλονταΜατθαίος 5:42
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θέλω
- καταρωμένουςΜατθαίος 5:44
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: καταράομαι
- μισοῦνταςΜατθαίος 5:44
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: μισέω
- ἐπηρεαζόντωνΜατθαίος 5:44
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐπηρεάζω
- διωκόντωνΜατθαίος 5:44
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: διώκω
- ἀγαπῶνταςΜατθαίος 5:46
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἀγαπάω
- ποιοῦντοςΜατθαίος 6:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ποιέω
- βλέπωνΜατθαίος 6:4
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- βλέπωνΜατθαίος 6:6
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- προσευχόμενοιΜατθαίος 6:7
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: προσεύχομαι
- νηστεύοντες.Ματθαίος 6:16
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: νηστεύω
- νηστεύωνΜατθαίος 6:17
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: νηστεύω
- νηστεύωνΜατθαίος 6:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: νηστεύω
- βλέπωνΜατθαίος 6:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- μεριμνῶνΜατθαίος 6:27
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: μεριμνάω
- ὄνταΜατθαίος 6:30
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: εἰμί
- βαλλόμενον,Ματθαίος 6:30
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βάλλω
- λέγοντες·Ματθαίος 6:31
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- αἰτῶνΜατθαίος 7:8
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: αἰτέω
- ζητῶνΜατθαίος 7:8
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ζητέω
- κρούοντιΜατθαίος 7:8
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κρούω
- ὄντεςΜατθαίος 7:11
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: εἰμί
- αἰτοῦσινΜατθαίος 7:11
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: αἰτέω
- ἀπάγουσαΜατθαίος 7:13
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: ἀπάγω
- εἰσερχόμενοιΜατθαίος 7:13
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: εἰσέρχομαι
- ἀπάγουσαΜατθαίος 7:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: ἀπάγω
- εὑρίσκοντεςΜατθαίος 7:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: εὑρίσκω
- ποιοῦνΜατθαίος 7:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ποιέω
- λέγωνΜατθαίος 7:21
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ποιῶνΜατθαίος 7:21
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ποιέω
- ἐργαζόμενοιΜατθαίος 7:23
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, κλητική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐργάζομαι
- ἀκούωνΜατθαίος 7:26
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκούω
- ποιῶνΜατθαίος 7:26
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ποιέω
- διδάσκωνΜατθαίος 7:29
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: διδάσκω
- ἔχωνΜατθαίος 7:29
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- λέγων·Ματθαίος 8:2
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγων·Ματθαίος 8:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- παρακαλῶνΜατθαίος 8:5
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: παρακαλέω
- λέγων·Ματθαίος 8:6
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- βασανιζόμενος.Ματθαίος 8:6
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: βασανίζω
- τασσόμενοςΜατθαίος 8:9
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: τάσσω
- ἔχωνΜατθαίος 8:9
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- ἀκολουθοῦσιν·Ματθαίος 8:10
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκολουθέω
- πυρέσσουσανΜατθαίος 8:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: πυρέσσω
- δαιμονιζομένουςΜατθαίος 8:16
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
- ἔχονταςΜατθαίος 8:16
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- λέγοντος·Ματθαίος 8:17
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντες·Ματθαίος 8:25
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντες·Ματθαίος 8:27
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- δαιμονιζόμενοιΜατθαίος 8:28
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
- ἐξερχόμενοι,Ματθαίος 8:28
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐξέρχομαι
- λέγοντες·Ματθαίος 8:29
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- βοσκομένη.Ματθαίος 8:30
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: βόσκω
- λέγοντες·Ματθαίος 8:31
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- βόσκοντεςΜατθαίος 8:33
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: βόσκω
- δαιμονιζομένων.Ματθαίος 8:33
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
- παράγωνΜατθαίος 9:9
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: παράγω
- καθήμενονΜατθαίος 9:9
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κάθημαι
- λεγόμενον,Ματθαίος 9:9
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ἀνακειμένουΜατθαίος 9:10
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀνάκειμαι
- ἰσχύοντεςΜατθαίος 9:12
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἰσχύω
- ἔχοντες.Ματθαίος 9:12
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- λέγοντες·Ματθαίος 9:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λαλοῦντοςΜατθαίος 9:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λαλέω
- λέγωνΜατθαίος 9:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- αἱμορροοῦσαΜατθαίος 9:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: αἱμορροέω
- θορυβούμενονΜατθαίος 9:23
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θορυβέω
- παράγοντιΜατθαίος 9:27
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: παράγω
- κράζοντεςΜατθαίος 9:27
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: κράζω
- λέγοντες·Ματθαίος 9:27
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγων·Ματθαίος 9:29
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγων·Ματθαίος 9:30
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ἐξερχομένωνΜατθαίος 9:32
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐξέρχομαι
- δαιμονιζόμενον.Ματθαίος 9:32
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
- λέγοντεςΜατθαίος 9:33
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- διδάσκωνΜατθαίος 9:35
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: διδάσκω
- κηρύσσωνΜατθαίος 9:35
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: κηρύσσω
- θεραπεύωνΜατθαίος 9:35
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: θεραπεύω
- ἔχονταΜατθαίος 9:36
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, ουδέτερο
λήμμα: ἔχω
- λεγόμενοςΜατθαίος 10:2
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγων·Ματθαίος 10:5
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ΠορευόμενοιΜατθαίος 10:7
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: πορεύω
- λέγοντεςΜατθαίος 10:7
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ἀσθενοῦνταςΜατθαίος 10:8
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἀσθενέω
- εἰσερχόμενοιΜατθαίος 10:12
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: εἰσέρχομαι
- ἐξερχόμενοιΜατθαίος 10:14
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἐξέρχομαι
- λαλοῦντεςΜατθαίος 10:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λαλέω
- λαλοῦνΜατθαίος 10:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: λαλέω
- μισούμενοιΜατθαίος 10:22
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: μισέω
- ἀποκτεννόντωνΜατθαίος 10:28
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἀποκτείνω
- δυναμένωνΜατθαίος 10:28
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: δύναμαι
- δυνάμενονΜατθαίος 10:28
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δύναμαι
- φιλῶνΜατθαίος 10:37
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: φιλέω
- φιλῶνΜατθαίος 10:37
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: φιλέω
- δεχόμενοςΜατθαίος 10:40
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δέχομαι
- δεχόμενοςΜατθαίος 10:40
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δέχομαι
- δεχόμενοςΜατθαίος 10:41
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δέχομαι
- δεχόμενοςΜατθαίος 10:41
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δέχομαι
- διατάσσωνΜατθαίος 11:1
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: διατάσσω
- ἐρχόμενος,Ματθαίος 11:3
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔρχομαι
- πορευομένωνΜατθαίος 11:7
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, γενική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: πορεύω
- σαλευόμενον;Ματθαίος 11:7
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: σαλεύω
- φοροῦντεςΜατθαίος 11:8
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: φορέω
- μέλλωνΜατθαίος 11:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: μέλλω
- ἔχωνΜατθαίος 11:15
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- καθημένοιςΜατθαίος 11:16
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, δοτική, πληθυντικός, ουδέτερο
λήμμα: κάθημαι
- προσφωνοῦνταΜατθαίος 11:16
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, ουδέτερο
λήμμα: προσφωνέω
- ἐσθίωνΜατθαίος 11:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἐσθίω
- πίνων,Ματθαίος 11:18
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: πίνω
- ἐσθίωνΜατθαίος 11:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἐσθίω
- πίνων,Ματθαίος 11:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: πίνω
- κοπιῶντεςΜατθαίος 11:28
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, κλητική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: κοπιάω
- ἐξὸνΜατθαίος 12:4
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ἔξεστι, ἐξόν
- ἔχωνΜατθαίος 12:10
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- λέγοντες·Ματθαίος 12:10
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγοντος·Ματθαίος 12:17
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- τυφόμενονΜατθαίος 12:20
ρήμα · ενεστώτας, παθητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: τύφω
- δαιμονιζόμενοςΜατθαίος 12:22
ρήμα · ενεστώτας, αποθετική (παθητική), μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: δαιμονίζομαι
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: εἰμί
- συνάγωνΜατθαίος 12:30
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: συνάγω
- μέλλοντι.¶Ματθαίος 12:32
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: μέλλω
- ὄντες;Ματθαίος 12:34
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: εἰμί
- λέγοντες·Ματθαίος 12:38
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- ζητοῦνΜατθαίος 12:43
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, ουδέτερο
λήμμα: ζητέω
- σχολάζοντα,Ματθαίος 12:44
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, αιτιατική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: σχολάζω
- λαλοῦντοςΜατθαίος 12:46
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λαλέω
- ζητοῦντεςΜατθαίος 12:46
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ζητέω
- ζητοῦντέςΜατθαίος 12:47
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ζητέω
- λέγοντιΜατθαίος 12:48
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, δοτική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- λέγων·Ματθαίος 13:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λέγω
- σπείρωνΜατθαίος 13:3
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: σπείρω
- ἔχωνΜατθαίος 13:9
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἔχω
- βλέποντεςΜατθαίος 13:13
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- ἀκούοντεςΜατθαίος 13:13
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκούω
- λέγουσα·Ματθαίος 13:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, θηλυκό
λήμμα: λέγω
- βλέποντεςΜατθαίος 13:14
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό
λήμμα: βλέπω
- ἀκούοντοςΜατθαίος 13:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκούω
- συνιέντοςΜατθαίος 13:19
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, γενική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: συνίημι
- ἀκούωνΜατθαίος 13:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκούω
- λαμβάνωνΜατθαίος 13:20
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: λαμβάνω
- ἀκούων,Ματθαίος 13:22
ρήμα · ενεστώτας, ενεργητική, μετοχή, ονομαστική, ενικός, αρσενικό
λήμμα: ἀκούω
Πηγή: STEPBible TAGNT (CC BY 4.0) - 141.720 λέξεις της Καινής Διαθήκης. Καθαρά γλωσσικό εργαλείο, όχι ερμηνεία.
