Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΚαι απεκρίθη ο Ιώβ και είπε·

ΠΠόσον εβοήθησας τον αδύνατον· έσωσας βραχίονα ανίσχυρον.

ΠΠόσον συνεβούλευσας τον άσοφον και εντελή σύνεσιν έδειξας

ΠΠρος τίνα απήγγειλας τους λόγους; και τίνος πνοή εξήλθεν από σου;

ΠΟι νεκροί τρέμουσιν αυτόν υποκάτωθεν των υδάτων, και οι συγκατοικούντες μετ' αυτών.

ΠΓυμνός ο άδης έμπροσθεν αυτού, και η απώλεια δεν έχει σκέπασμα.

ΠΕκτείνει τον βορέαν επί το κενόν· κρεμά την γην επί το μηδέν.

ΠΔεσμεύει τα ύδατα εις τας νεφέλας αυτού· και η νεφέλη δεν σχίζεται υποκάτω αυτών.

ΠΣκεπάζει το πρόσωπον του θρόνου αυτού· εκτείνει το νέφος αυτού επ' αυτόν.

ΠΠεριεκύκλωσε τα ύδατα με όρια, έως της συντελείας του φωτός και του σκότους.

ΠΟι στύλοι του ουρανού τρέμουσι και εξίστανται από της επιτιμήσεως αυτού.

ΠΤαράττει την θάλασσαν διά της δυνάμεως αυτού, και διά της συνέσεως αυτού καταδαμάζει την υπερηφανίαν αυτής.

ΠΔιά του πνεύματος αυτού εκόσμησε τους ουρανούς· η χειρ αυτού εσχημάτισε τον συστρεφόμενον όφιν.

ΠΙδού, ταύτα είναι μέρη των οδών αυτού· αλλά πόσον ελάχιστον πράγμα ακούομεν περί αυτού; την δε βροντήν της δυνάμεως αυτού τις δύναται να εννοήση;