«Μη φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Μην τρομάζεις, γιατί εγώ είμαι ο Θεός σου. Σε ενίσχυσα, σε βοήθησα και σε υπερασπίστηκα με το δίκαιο δεξί μου χέρι.»
Ησαΐας 41:10
Πάνω στην πόρτα του κελιού της, με κιμωλία, κάποιος είχε γράψει τέσσερις λέξεις στην ινδονησιακή γλώσσα: «Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει». Η Ντάρλιν Ντάιμπλερ, μια νεαρή ιεραπόστολος αιχμάλωτη της μυστικής αστυνομίας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έπεσε στα γόνατα. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τέτοιον φόβο. Κι όμως, λίγο αργότερα, μέσα σε εκείνο το ίδιο κελί, βρήκε κάτι που κανείς δεν θα περίμενε εκεί: ειρήνη μπροστά στον θάνατο. Όχι μια ψεύτικη γενναιότητα, αλλά μια αληθινή, βαθιά γαλήνη που δεν εξηγείται με τη λογική.
Ο θάνατος είναι ο πιο παλιός μας φόβος. Όλοι, αργά ή γρήγορα, στεκόμαστε μπροστά του, είτε δικό μας είτε ανθρώπων που αγαπάμε. Και το ερώτημα που σιγοκαίει μέσα μας είναι απλό αλλά τρομερό: υπάρχει ελπίδα όταν φτάνει το τέλος; Υπάρχει κάτι πιο δυνατό από τον φόβο που μας παγώνει;
Σε αυτό το άρθρο θα δούμε, μέσα από την ιστορία της Ντάρλιν και μέσα από τον λόγο του Θεού, πώς ένας χριστιανός μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον θάνατο. Δεν πρόκειται για στωικότητα ούτε για άρνηση του πόνου. Πρόκειται για την παρουσία ενός Προσώπου, του Ιησού, που στέκεται μαζί μας ακόμη και εκεί που νομίζαμε ότι θα είμαστε ολομόναχοι.
Το κελί όπου γεννήθηκε η ειρήνη μπροστά στον θάνατο
Όταν η πόρτα έκλεισε και το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η Ντάρλιν κατάλαβε ότι ήταν πλέον μια μελλοθάνατη, που περίμενε δίκη και εκτέλεση. Το πρόσωπό της και τα χέρια της ήταν υγρά από τον ιδρώτα του τρόμου. Κι ωστόσο, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε να σιγοτραγουδά έναν ύμνο που είχε μάθει μικρό κορίτσι, έναν ύμνο που έλεγε: «Μη φοβού, γιατί εγώ είμαι μαζί σου».
Δεν ήταν τυχαία αυτά τα λόγια. Ήταν, σχεδόν λέξη προς λέξη, η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός μέσα από τον προφήτη Ησαΐα (Ησαΐας 41:10). Αρχικά η Ντάρλιν ένιωθε μόνη και καταδικασμένη. Ωστόσο, καθώς το τραγούδι ανέβαινε από μέσα της, ένιωσε τα δυνατά χέρια του Κυρίου να την αγκαλιάζουν. Όπως έγραψε αργότερα η ίδια, μπορούσαν να κλειδώσουν εκείνη μέσα στο κελί, τον Κύριό της όμως δεν μπορούσαν να τον κλειδώσουν απέξω.
Εδώ βρίσκεται το πρώτο μυστικό: η ειρήνη μπροστά στον θάνατο δεν είναι κάτι που το παράγουμε εμείς με τη θέλησή μας. Είναι καρπός μιας παρουσίας. Δηλαδή, δεν προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι όλα θα πάνε καλά. Αντίθετα, στρεφόμαστε σε Εκείνον που έχει υποσχεθεί να μη μας αφήσει ποτέ, ούτε μέσα στο πιο σκοτεινό κελί.
Ο φόβος του τέλους και η υπόσχεση μιας ειρήνης διαφορετικής
Ο φόβος του τέλους δεν είναι ντροπή. Είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο. Ακόμη και η Γραφή αναγνωρίζει ότι ο φόβος του θανάτου μπορεί να κρατάει έναν άνθρωπο δέσμιο μια ολόκληρη ζωή (Εβραίους 2:15). Η Ντάρλιν δεν ήταν υπεράνθρωπη. Έκλαψε, λύγισε, παρακάλεσε τον Θεό να της δώσει δύναμη. Επομένως, το να φοβόμαστε δεν σημαίνει ότι μας λείπει η πίστη.
Η διαφορά δεν βρίσκεται στο αν θα νιώσουμε φόβο, αλλά στο πού θα πάμε με τον φόβο μας. Ο Ιησούς, λίγο πριν τον δικό του θάνατο, άφησε στους μαθητές του μια παράξενη κληρονομιά. Πράγματι, δεν τους έδωσε χρήματα ούτε προστασία από τον κόσμο. Αντίθετα, τους άφησε την ειρήνη του (Ιωάννης 14:27), μια ειρήνη που, όπως είπε ο ίδιος, δεν τη δίνει ο κόσμος.
Αυτή ακριβώς η ειρήνη μπροστά στον θάνατο φανερώθηκε στο κελί. Η Ντάρλιν είχε κάθε λόγο να έχει ταραγμένη καρδιά. Ωστόσο, η υπόσχεση του Χριστού «ας μην ταράζεται η καρδιά σας» δεν ήταν για εκείνη ένα όμορφο εδάφιο σε μια τοιχογραφία. Αντίθετα, ήταν ζωντανή πραγματικότητα, εκεί που η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή. Δηλαδή, η ειρήνη του Θεού δεν περιμένει να φύγει ο κίνδυνος για να έρθει. Επιπλέον, δεν έρχεται από έξω, αλλά μέσα στον ίδιο τον κίνδυνο.
Στην κοιλάδα της σκιάς: ελπίδα και θάνατος δίπλα δίπλα
Όταν ο ψαλμωδός μιλάει για την «κοιλάδα της σκιάς του θανάτου», δεν περιγράφει έναν εφιάλτη. Περιγράφει έναν δρόμο που τον περπατάμε με κάποιον δίπλα μας (Ψαλμοί 23:4). Το κλειδί δεν είναι ότι αποφεύγουμε την κοιλάδα. Το κλειδί είναι το «εσύ είσαι μαζί μου». Η ελπίδα και ο θάνατος δεν είναι, για τον χριστιανό, δύο αντίπαλοι κόσμοι. Στέκονται δίπλα δίπλα, γιατί ο θάνατος έχει ήδη νικηθεί.
Η Ντάρλιν, καθισμένη στο σκοτεινό κελί, θρήνησε επίσης για τον άντρα της τον Ράσελ, που είχε πεθάνει μήνες νωρίτερα στην ίδια αιχμαλωσία. Πραγματικά, ο πόνος της ήταν διπλός: μπροστά της ο δικός της θάνατος, πίσω της ο τάφος του αγαπημένου της. Παρόλα αυτά, μέσα σε αυτόν τον διπλό πόνο, ο Θεός της θύμισε ότι ο θάνατος δεν έχει την τελευταία λέξη.
Ο απόστολος Παύλος προκαλεί ευθέως τον θάνατο, σαν να του μιλάει κατάματα: «Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου;» (Α' Κορινθίους 15:55). Συνεπώς, για όποιον ανήκει στον Χριστό, ο τάφος δεν είναι τελεία αλλά κόμμα. Δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά το πέρασμα σε μια καινούρια. Αυτή η αλήθεια δεν σβήνει τα δάκρυα, όμως τους δίνει κατεύθυνση: δεν θρηνούμε όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα.
Η ειρήνη που δεν εξηγείται και ξεπερνά κάθε λογική
Υπάρχει μια ειρήνη που δεν εξηγείται. Δεν προέρχεται από καλά νέα, ούτε από την εξασφάλιση ότι όλα θα πάνε καλά. Η Γραφή τη λέει «ειρήνη του Θεού που ξεπερνά κάθε νου» (Φιλιππησίους 4:7). Δηλαδή, είναι μια γαλήνη που, λογικά, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Κι όμως υπάρχει, και φρουρεί την καρδιά σαν φύλακας.
Αυτό ακριβώς έζησε η Ντάρλιν. Σε ένα σημείο, μέσα στη φυλακή, έγραψε ότι η καρδιά της πλημμύρισε από ειρήνη και χαρά, εκεί όπου το λογικό θα περίμενε μόνο τρόμο. Δεν είχε αλλάξει τίποτα γύρω της. Οι τοίχοι ήταν ίδιοι, η ποινή ίδια, η αρρώστια χειρότερη. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ότι ο Χριστός είχε γίνει πιο πραγματικός από τα κάγκελα.
Αξίζει να το πούμε ξεκάθαρα, με χάρη και χωρίς ψεύτικες υποσχέσεις: αυτή η ειρήνη δεν είναι ένα τέχνασμα θετικής σκέψης ούτε ανταμοιβή για όσους «πιστεύουν αρκετά». Δεν είναι θεολογία ευημερίας. Είναι δώρο. Έρχεται μέσα από τον δεσμό με ένα Πρόσωπο που υποφέρει μαζί μας, τον «άνδρα των θλίψεων», όπως τον αποκαλεί ο Ησαΐας. Επιπλέον, δεν δίνεται σε όσους είναι δυνατοί, αλλά σε όσους, σαν την Ντάρλιν, παραδίνονται κλαίγοντας στα χέρια του.
Ελπίδα και ειρήνη μπροστά στον θάνατο: όταν το τέλος γίνεται κέρδος
Από όλα τα λόγια της Γραφής για τον θάνατο, ίσως τα πιο τολμηρά τα έγραψε ο Παύλος μέσα από μια φυλακή, όχι πολύ διαφορετική από εκείνη της Ντάρλιν. Είπε ότι, για εκείνον, το να ζει είναι ο Χριστός και το να πεθάνει είναι κέρδος (Φιλιππησίους 1:21). Πώς γίνεται ο θάνατος να είναι κέρδος; Μόνο αν στην άλλη πλευρά δεν υπάρχει το κενό, αλλά Εκείνος που αγαπάμε.
Αυτή η προοπτική αλλάζει τα πάντα. Δεν κάνει τον πόνο να εξαφανίστεί, ούτε καταργεί τον αγώνα. Ωστόσο, βγάζει το κεντρί από τον φόβο. Όταν ξέρεις πού πηγαίνεις, το ταξίδι μέσα στην κοιλάδα γίνεται διαφορετικό. Η Ντάρλιν δεν εκτελέστηκε τελικά. Επέζησε και έζησε για να διηγηθεί πώς ο Θεός την κράτησε. Όμως η ειρήνη της δεν εξαρτιόταν από αυτή την έκβαση. Ήταν έτοιμη για το ένα και για το άλλο.
Και εδώ είναι η πρόσκληση για τον καθένα μας. Δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι σε κελί θανατοποινίτη για να σε αγγίξει αυτή η ειρήνη. Ίσως ο δικός σου φόβος έχει άλλο πρόσωπο: μια διάγνωση, μια απώλεια, η σκέψη του δικού σου τέλους τη νύχτα που δεν έρχεται ο ύπνος. Σε όλα αυτά, ο Χριστός λέει το ίδιο που είπε στην Ντάρλιν: «Μη φοβάσαι, εγώ είμαι μαζί σου». Αν θες να σκάψεις βαθύτερα σε αυτή την ελπίδα, μπορείς να μελετήσεις τη Γραφή με οδηγό στο Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος, που προσφέρει δωρεάν βιβλικά μαθήματα στα ελληνικά. Συμπερασματικά, η ειρήνη δεν βρίσκεται στην απουσία του θανάτου, αλλά στην παρουσία Εκείνου που τον νίκησε.
Βασικά σημεία
- 01Η ειρήνη μπροστά στον θάνατο δεν είναι δική μας παραγωγή ούτε γενναιότητα. Αντίθετα, είναι καρπός της παρουσίας του Χριστού, που στέκεται μαζί μας ακόμη και στο πιο σκοτεινό κελί.
- 02Ο φόβος του τέλους είναι ανθρώπινος και δεν αντιφάσκει με την πίστη. Επομένως, η ειρήνη μπροστά στον θάνατο δεν εξαρτάται από το αν θα φοβηθούμε, αλλά από το πού πηγαίνουμε με τον φόβο μας: στα χέρια του Θεού που υποσχέθηκε να μη μας αφήσει.
- 03Για τον χριστιανό, η ελπίδα και ο θάνατος στέκονται δίπλα δίπλα, γιατί ο τάφος δεν είναι το τέλος της ιστορίας αλλά το πέρασμα σε μια καινούρια ζωή.
- 04Η ειρήνη που δεν εξηγείται είναι δώρο, όχι ανταμοιβή για τους «δυνατούς». Δίνεται σε όσους παραδίνονται στα χέρια του «άνδρα των θλίψεων», που υποφέρει μαζί μας.
