Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
ΒΙΒΛΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗΔίκτυο Βίβλου
Τόμος 1Τεύχος 01
Εκκλησία6΄ ανάγνωση5 ενότητες

Ποιος έστειλε τον κήρυκα; Η ερώτηση μιας φυλακής που αλλάζει κάθε κήρυγμα

Η σκληρή ερώτηση μιας φυλακής, και η απάντηση που αλλάζει το πώς βλέπεις κάθε κήρυγμα.

Κοινοποίηση
Περίληψη

Φαντάσου τη σκηνή. Ένας ομιλητής μπαίνει σ' ένα κατάστημα κράτησης, στέκεται μπροστά σε ανθρώπους που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε όλους, και αρχίζει να μιλά για τον Θεό. Κάποιος σηκώνει το χέρι και ρωτά ευθέως: «Με ποιο δικαίωμα μιλάς έτσι, σαν να σε έστειλε ο ίδιος ο Θεός;» Είναι η πιο τίμια ερώτηση που μπορεί να κάνει κανείς. Και η απάντηση κρύβεται σε ένα μόνο ζήτημα: ποιος έστειλε τον κήρυκα.

Ίσως το έχεις σκεφτεί κι εσύ. Ακούς κάποιον να σου λέει «έτσι λέει ο Θεός» και μέσα σου ξυπνά μια καχυποψία. Ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα; Πού βρήκες την εξουσία να μιλάς εκ μέρους του Δημιουργού του σύμπαντος; Ωστόσο η ερώτηση δεν είναι αυθάδης. Αντίθετα, είναι σωστή. Γιατί αν κάποιος μιλά εκ μέρους του Θεού χωρίς να τον έχει στείλει ο Θεός, τότε είναι απατεώνας.

Ωστόσο η Βίβλος δεν αποφεύγει αυτό το ερώτημα. Το απαντά κατάματα. Δηλαδή δεν λέει «πίστεψέ με επειδή το λέω εγώ», αλλά δείχνει έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο ο Θεός επέλεξε να φτάσει το μήνυμά του σ' εσένα. Και μόλις τον δεις, αλλάζει εντελώς το πώς ακούς κάθε κήρυγμα.

Γιατί δεν στέλνει ο Θεός έναν άγγελο αντί για άνθρωπο;

Η εύκολη απάντηση θα ήταν: «Αν ο Θεός θέλει πράγματι να μου μιλήσει, ας στείλει έναν άγγελο από τον ουρανό. Τότε θα πιστέψω.» Ακούγεται λογικό. Όμως αν περιμένεις άγγελο, θα περιμένεις μια ολόκληρη ζωή μάταια. Δεν είναι έτσι σχεδιασμένο.

Πράγματι, ο Θεός χώρισε δύο πράγματα που εμείς τα μπερδεύουμε. Τη σωτηρία την έκανε ο ίδιος, μέσα στον Ιησού Χριστό· κανείς άνθρωπος δεν συνεισέφερε τίποτα σ' αυτήν. Το κήρυγμα όμως, την ανακοίνωση αυτής της σωτηρίας, την εμπιστεύτηκε σε ανθρώπους. Με άλλα λόγια, ο Θεός έκανε τη δουλειά μόνος του, αλλά διάλεξε ανθρώπινα στόματα για να την κοινοποιήσει.

Για παράδειγμα, σκέψου πόσο πιο εύκολο θα ήταν να γράψει το μήνυμα στον ουρανό με αστέρια. Δεν το έκανε. Αντίθετα, επέλεξε τον πιο ταπεινό, τον πιο ανθρώπινο δρόμο: έναν άνθρωπο που μιλά σε άλλον άνθρωπο, πρόσωπο με πρόσωπο, με όλη την αδυναμία και τη φθορά που αυτό σημαίνει. Επομένως, το ότι σου μιλά άνθρωπος και όχι άγγελος δεν είναι ελάττωμα του σχεδίου. Είναι το σχέδιο.

Η μεγάλη εντολή: ποιος έστειλε τον κήρυκα πραγματικά

Λίγο πριν επιστρέψει στον ουρανό, ο Ιησούς έδωσε στους μαθητές του μια σαφή εντολή. Τους είπε να πάνε σε όλους τους λαούς, να κάνουν κι άλλους μαθητές και να τους βαφτίσουν (Ματθαίος 28:19). Δηλαδή το κήρυγμα δεν ήταν ιδέα κάποιου ένθερμου οπαδού· ήταν άμεση παραγγελία του ίδιου του Χριστού.

Επιπλέον, στη συνέχεια πρόσθεσε κάτι κρίσιμο. Τους ζήτησε να διδάσκουν τους ανθρώπους να τηρούν όσα ο ίδιος είχε παραγγείλει, και υποσχέθηκε να είναι μαζί τους κάθε μέρα, ως το τέλος του κόσμου (Ματθαίος 28:20). Επομένως ο κήρυκας δεν στέκεται μόνος. Πίσω από τα λόγια του στέκεται Εκείνος που τον έστειλε.

Αυτή η εντολή, που πολλοί την ονομάζουν «μεγάλη εντολή», απαντά κατευθείαν στο ερώτημα ποιος έστειλε τον κήρυκα. Δεν είναι μια αυτοανακηρυγμένη αποστολή. Είναι μια εξουσιοδότηση που ξεκινά από τον ίδιο τον Θεό και φτάνει, χέρι με χέρι, μέχρι την εποχή μας.

Πρεσβευτές του Χριστού: μια αληθινή εξουσία να κηρύττεις

Εξάλλου, υπάρχει μια εικόνα στην Καινή Διαθήκη που τα εξηγεί όλα. Ο πιο υψηλόβαθμος εκπρόσωπος μιας κυβέρνησης στο εξωτερικό είναι ο πρεσβευτής. Δεν μιλά για τον εαυτό του· μιλά εκ μέρους της χώρας του. Έχει διαπιστευτήρια, έχει εξουσιοδότηση, και τα λόγια του δεσμεύουν όση δύναμη έχει εκείνος που τον έστειλε.

Σ' αυτή ακριβώς τη θέση βάζει ο Θεός όποιον αναγγέλλει το ευαγγέλιο. Η Γραφή λέει ξεκάθαρα ότι είμαστε πρεσβευτές του Χριστού, και ότι μέσα από εμάς ο Θεός παρακαλεί τους ανθρώπους να συμφιλιωθούν μαζί του (Β' Κορινθίους 5:20). Με άλλα λόγια, η εξουσία να κηρύττεις δεν πηγάζει από το ταλέντο, τη μόρφωση ή το χάρισμα του ομιλητή. Πηγάζει από Εκείνον που τον στέλνει.

Γι' αυτό και ο Ιησούς είχε πει στους απεσταλμένους του μια εκπληκτική φράση: όποιος ακούει εσάς, ακούει εμένα, και όποιος σας απορρίπτει, απορρίπτει εμένα και Εκείνον που με έστειλε (Λουκάς 10:16). Δηλαδή, όταν ακούς έναν πιστό κήρυκα να σου ανοίγει το ευαγγέλιο, το ζήτημα δεν είναι αν συμπαθείς τον άνθρωπο. Το ζήτημα είναι τι θα κάνεις με το μήνυμα Εκείνου που τον έστειλε.

Σταλμένος ή απατεώνας: ποιον κήρυκα έστειλε ο Θεός;

Όμως εδώ η ερώτηση γίνεται πρακτική. Αφού ο Θεός μιλά μέσα από ανθρώπους, πώς ξεχωρίζεις τον γνήσιο απεσταλμένο από τον τσαρλατάνο; Γιατί απατεώνες υπάρχουν, και η Βίβλος δεν το κρύβει. Αρχικά, λοιπόν, χρειάζεσαι ένα μέτρο σύγκρισης.

Το πρώτο κριτήριο είναι το μήνυμα, όχι ο άνθρωπος. Ο απόστολος Παύλος εξήγησε ότι κανείς δεν μπορεί να πιστέψει σε κάποιον για τον οποίο δεν άκουσε ποτέ, και κανείς δεν ακούει χωρίς να υπάρχει κήρυκας (Ρωμαίους 10:14). Δηλαδή η πίστη σου δεν στηρίζεται στη γοητεία του ομιλητή, αλλά στο περιεχόμενο που μεταφέρει. Σύγκρινε αυτό που λέει με αυτό που λέει η Γραφή.

Το δεύτερο κριτήριο είναι η αποστολή. Ο Παύλος συνεχίζει ρωτώντας: και πώς θα κηρύξουν, αν δεν αποσταλούν; (Ρωμαίους 10:15) Επομένως ο γνήσιος κήρυκας δεν εφευρίσκει δικό του ευαγγέλιο· παραδίδει αυτό που του παραδόθηκε. Δεν αυτοδιορίζεται αφεντικό· είναι συνεργάτης του Θεού, όπως λέει ξεκάθαρα η Γραφή (Α' Κορινθίους 3:9), υπηρέτης μιας αλήθειας μεγαλύτερης από τον εαυτό του.

Αν θέλεις να ελέγξεις μόνος σου κάθε διδασκαλία απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο της Βίβλου, αξίζει να μελετήσεις σοβαρά τον λόγο του Θεού. Το Ελληνικό Βιβλικό Σχολείο Λόγος προσφέρει ακριβώς αυτό: εργαλεία για να διακρίνεις μόνος σου τι είναι αλήθεια και τι όχι, χωρίς να εξαρτάσαι από το αν συμπαθείς ή όχι τον εκάστοτε ομιλητή.

Τι σημαίνει αυτό για σένα σήμερα

Ας γυρίσουμε στη φυλακή απ' όπου ξεκινήσαμε. Ο άνθρωπος που ρώτησε «με ποιο δικαίωμα μιλάς;» δεν πήρε μια αμυντική απάντηση. Αντίθετα, πήρε μια εξήγηση: η εξουσία του κήρυκα δεν είναι δική του, είναι δανεική, και πηγάζει από Εκείνον που τον έστειλε. Επομένως το βάρος δεν πέφτει στον ομιλητή· πέφτει στο μήνυμα.

Πράγματι, αυτό αλλάζει και τη δική σου θέση. Δεν χρειάζεται να εμπιστευτείς τυφλά κάθε άνθρωπο που λέει «έτσι λέει ο Θεός». Αντίθετα, καλείσαι να ελέγξεις το μήνυμα. Άνοιξε τη Βίβλο, σύγκρινε, ρώτησε, ζύγισε. Δηλαδή, αν αυτό που ακούς ταιριάζει με τον λόγο του Θεού, τότε η καχυποψία σου δεν έχει πια λόγο ύπαρξης.

Επιπλέον, το ίδιο μέτρο δουλεύει και στα πιο δύσκολα ερωτήματα της εποχής μας. Όταν αναρωτιέσαι αν με τη γενετική μηχανική παίζουμε τον Θεό ή τον υπηρετούμε, ή αν είναι αμαρτία να σκοτώνεις ζώα, ή ακόμη αν ο Θεός υπάρχει στ' αλήθεια ή απλώς το ελπίζουμε, η μέθοδος μένει ίδια. Με άλλα λόγια, δεν ρωτάς ποιος τόλμησε να μιλήσει· ρωτάς τι λέει η Γραφή και αν το μήνυμα αντέχει στον έλεγχο.

Τέλος, υπάρχει κι ένα προσωπικό ερώτημα που μένει. Όταν κατάλαβες ποιος έστειλε τον κήρυκα, η ερώτηση δεν είναι πια «ποιος του έδωσε το δικαίωμα», αλλά «τι θα κάνω εγώ μ' αυτά που άκουσα». Πραγματικά, η πρόσκληση στο τέλος δεν είναι να εκτιμήσεις τον ταχυδρόμο, αλλά να διαβάσεις το γράμμα και να απαντήσεις σ' Εκείνον που το έστειλε.

Βασικά σημεία

  1. 01Τη σωτηρία την έκανε ο Θεός μόνος του· το κήρυγμά της το εμπιστεύτηκε σε ανθρώπους, όχι σε αγγέλους.
  2. 02Η μεγάλη εντολή του Ιησού δείχνει ποιος έστειλε τον κήρυκα: η αποστολή ξεκινά από τον ίδιο τον Θεό.
  3. 03Οι κήρυκες είναι πρεσβευτές του Χριστού· η εξουσία να κηρύττεις είναι δανεική, όχι αυτοανακηρυγμένη.
  4. 04Ξεχωρίζεις τον γνήσιο από τον απατεώνα συγκρίνοντας το μήνυμα με τη Γραφή, όχι κρίνοντας τον άνθρωπο.
  5. 05Η ευθύνη περνά τελικά σ' εσένα: το ζήτημα δεν είναι ποιος μιλά, αλλά τι θα κάνεις με όσα άκουσες.

Δες επίσης

Κοινοποίηση